Περί δόμησης, Ι.Χ. και ρύπανσης στο Α.Π.Θ.

Οικολογική Πρωτοβουλία
Εκτύπωση
Είναι γεγονός ότι τα θέματα ποιότητας ζωής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπως οι συνθήκες εργασίας, στέγης και διατροφής, παραμένουν μάλλον χαμηλά στην ατζέντα, παρά τις προσπάθειες αναβάθμισής τους.

Μεταξύ αυτών και οι συνθήκες δόμησης, οι πράσινοι χώροι, οι συνθήκες κυκλοφορίας αποτελούν θέματα για τα οποία υπάρχει μικρό ενδιαφέρον για τη βελτίωσή τους, όχι μόνο από τη διοίκηση, αλλά και από τα ίδια τα όργανα των φοιτητών. Πολλοί ίσως τα θεωρούν δευτερεύοντα ζητήματα. Ωστόσο, εμείς επιλέγουμε να καταπιαστούμε με αυτά επειδή θεωρούμε ότι επιδρούν καθοριστικά και καθημερινά στις ζωές μας. Όχι μόνο δημιουργούν δυσφορία και κακή διάθεση, αλλά επιβάλλουν υποσυνείδητα μια εξοικείωση με τις αρνητικές εξελίξεις διαβίωσης, με την παθητικότητα και την αδιαφορία για όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Τελικά, πιστεύουμε ότι δεν αποτελούν τυχαίες τάσεις, αλλά διέπονται καθοριστικά από τη λογική μιας ανάπτυξης που ευνοεί λίγους και υποβαθμίζει τις ζωές πολλών. Μιας ανάπτυξης, τις αρνητικές συνέπειες της οποίας διαπιστώνουμε όχι μόνο στην υπόλοιπη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, με τις τεράστιες ανισότητες που αναπτύσσονται και την αλματώδη υποβάθμιση της φύσης.

Θεωρώντας ότι κακώς ελάχιστοι καταπιάνονται με αυτά τα ζητήματα, θέλουμε με το παρόν κείμενο να ξεχωρίσουμε ορισμένα από αυτά, να τα αναδείξουμε και να ωθήσουμε σε πρωτοβουλίες.

Οι τάσεις διόγκωσης και συμφόρησης των υποδομών και των λειτουργιών του ΑΠΘ, που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια, ακολουθούν παρόμοιες τάσεις του υπόλοιπου πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης:

Πολεοδομική πύκνωση και μείωση των πράσινων χώρων

Σε αρκετά σημεία της Πανεπιστημιούπολης παρατηρείται ανοικοδόμηση σε χώρους που ήταν ελεύθεροι ή πράσινοι:
  •  νέο κτίριο της Παιδαγωγικής Σχολής, σε χώρο όπου είχαν εγκατασταθεί για αρκετά χρόνια λυόμενες κατασκευές, για να καλύψουν τις ανάγκες, αλλά ακόμη δεν έχουν απομακρυνθεί,
  •  νέες εγκαταστάσεις Πολυτεχνικής Σχολής, κοντά στην Παιδαγωγική,
  •  επέκταση της Κτηνιατρικής Σχολής,
  • υπόγειοι χώροι της Κεντρικής Βιβλιοθήκης και της Φιλοσοφικής.

    Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει συνείδηση του προβλήματος και γι' αυτό ορισμένες από τις παρεμβάσεις γίνονται με σχετική αυτοσυγκράτηση, όπως δείχνουν και τα τελευταία από τα προαναφερθέντα σημεία.

    Ωστόσο, η οικοδομική δραστηριότητα περιορίζει τους πράσινους χώρους ή τους κατακερματίζει και τους απομονώνει. Τέτοιες ενέργειες έρχονται να συμπληρώσουν έναν προβληματικό τρόπο διαχείρισης και αντιμετώπισης της βλάστησης, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φυσικότητας (γκαζόν σε ποσοστό 80% του συνόλου της έκτασης!), από τη χρήση ξενικών ειδών (προβληματικά ταχυαυξή είδη όπως οι καναδέζικες λεύκες, αλλά και φοίνικες!), από τη λειτουργία σιντριβανιών ακόμη και όταν στην υπόλοιπη πόλη επικρατεί λειψυδρία και από την ανυπαρξία «δικτύωσης» των πράσινων χώρων μεταξύ τους, αλλά και με γειτονικούς αστικούς χώρους (ενδεικτική και της απομόνωσης του πανεπιστημιακού χώρου ως ιδιότυπου γκέτο). Θα μπορούσε άραγε στην κατάσταση που βρίσκεται το ΑΠΘ σήμερα να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς μίμηση; Μάλλον το αντίθετο.

    Κυκλοφοριακή συμφόρηση και κορεσμός χώρων στάθμευσης

    Ο χώρος του ΑΠΘ πολιορκείται ασφυκτικά από τα Ι.Χ. καθημερινά. Αντί να μείνει χώρος ελεύθερος για τους πεζούς, πεζοδρόμια, δρόμοι, είσοδοι και προσβάσεις για άτομα με ειδικές ανάγκες καταλαμβάνονται από Ι.Χ. Το γεγονός αυτό αντί να διευκολύνει, τελικά δυσχεραίνει και υποβαθμίζει τις ζωές όλων όσων σπουδάζουν ή εργάζονται εδώ.

    Η επιδείνωση αυτή οφείλεται αποκλειστικά στην επιλογή ενθάρρυνσης της χρήσης του Ι.Χ. στους πανεπιστημιακούς χώρους. Όσο δεν αναπτύσσεται μια διαφορετική νοοτροπία και όσο δεν διευκολύνεται μια πολιτική παροχής εναλλακτικών λύσεων στις μετακινήσεις, τόσο θα ενθαρρύνεται η καταδυνάστευση κάθε ελεύθερου χώρου από αυτό. Η ενθάρρυνση αυτή σε τελική ανάλυση δυσχεραίνει και τις οδικές μετακινήσεις, εφόσον περισσότερα Ι.Χ. ωθούνται να κατακλύσουν τους αναγκαστικά περιορισμένους δρόμους.

    Η νοοτροπία αυτή έχει οδηγήσει σε μια αντι-παιδαγωγική κατάσταση, η οποία έχει καταστήσει την πλειοψηφία των φοιτητών του ΑΠΘ να θεωρούν ως μείζον πρόβλημα (όπως τουλάχιστον καταγράφεται σε δημοσκόπηση που έγινε το φθινόπωρο του 2004) την έλλειψη χώρων στάθμευσης! Είναι τραγελαφική η κατάσταση να ωθούνται νέοι άνθρωποι στη χρήση του Ι.Χ. όταν συχνά οι αποστάσεις από το σπίτι τους δεν υπερβαίνουν τη διάρκεια μιας ωραίας βόλτας με τα πόδια. Η ενθάρρυνση της απαξίωσης της χρήσης των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς είναι εδώ εμφανέστατη. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος που ωθεί σε περαιτέρω μέτρα διευκόλυνσης του ΙΧ.

    Σε αυτή την αδιέξοδη κατεύθυνση, η Διοίκηση του ΑΠΘ σκοπεύει να δημοπρατήσει την κατασκευή υπόγειου χώρου στάθμευσης στην πλατεία Χημείου (χωρητικότητας περίπου 1000 θέσεων), ο οποίος είναι απολύτως βέβαιο ότι θα επιδεινώσει παρά θα βελτιώσει την κατάσταση. Κι αυτό γιατί νέες είσοδοι, νέες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, νέοι συνοδευτικοί χώροι θα κατασκευαστούν, ένα τερατώδες γιαπί θα χάσκει για χρόνια, αλλά κυρίως θα προσελκυστούν εκατοντάδες πρόσθετα αυτοκίνητα για να κινηθούν σε ένα οδικό δίκτυο που ήδη δεν επαρκεί.

    Συμβολή στη ρύπανση και την ενεργειακή σπατάλη

    Η διόγκωση του ΑΠΘ συνοδεύεται και από μια επιδείνωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ελάχιστη μέριμνα έχει επενδυθεί μέχρι σήμερα για την αντιμετώπιση αυτών.

    Από τα σημαντικότερα προβλήματα αποτελεί η ανεξέλεγκτη απόθεση επικίνδυνων αποβλήτων στο αποχετευτικό σύστημα ή στα στερεά απορρίμματα. Σ' αυτά περιλαμβάνονται μολυσματικές, καρκινογόνες και τοξικές ουσίες (όπως βαρέα μέταλλα και χλωριωμένοι διαλύτες). Οι ποσότητές τους δεν πρέπει να είναι μεγάλες, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον και τους τελικούς αποδέκτες, με πιθανές επιπτώσεις ακόμη και για την ανθρώπινη υγεία.

    Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπάρχει συστηματική απογραφή τους, με αποτέλεσμα να μην είναι γνωστές οι ακριβείς ποσότητες που αποτίθενται. Ακόμη και οι συνθήκες εργασίας και πειραματισμού με επικίνδυνα βιολογικά, χημικά ή ραδιενεργά υλικά που συνήθως γίνονται με αυστηρές προδιαγραφές ασφαλείας, πρέπει να υπόκεινται σε κάποιας μορφής ελέγχου για το αν όντως τηρούνται ανελλιπώς.

    Όσον αφορά τα ανακυκλώσιμα υλικά (χαρτί, γυαλί, πλαστικό, αλουμίνιο, οργανικά υπολείμματα), ελάχιστες είναι οι προσπάθειες συστηματικής ανακύκλωσής τους, παρά τις δηλώσεις ικανοποίησης της διοίκησης και αφορούν σχεδόν αποκλειστικά το χαρτί. Καμία εκστρατεία ενημέρωσης δεν έχει πραγματοποιηθεί, προφανώς γιατί η ανταπόκριση θα μπορούσε να ξεπεράσει τις περιορισμένες δυνατότητες των πανεπιστημιακών υποδομών συλλογής.

    Ελάχιστες είναι και οι προσπάθειες εξοικονόμησης ενέργειας ενώ καταγράφεται χρήση ρυπογόνων μορφών ενέργειας (π.χ. μαζούτ) και ανυπαρξία μονωτικών συστημάτων. Επίσης, διαπιστώνονται δυσκολίες και σε απλές εφαρμογές, όπως οι λαμπτήρες χαμηλής κατανάλωσης ενέργειας, λόγω της παλαιότητας των υποδομών. Η γενικευμένη εγκατάσταση κλιματιστικών προκαλεί επίσης σειρά προβλημάτων σπατάλης ενέργειας.

    Για μια διαφορετική κατεύθυνση αποσυμφόρησης

    Οι καταστροφικές αυτές τάσεις θα πρέπει να σταματήσουν και να ξεκινήσει κατά το δυνατόν μια διαδικασία αποσυμφόρησης. Καταρχάς θα πρέπει να σταματήσει κάθε άλλη προοπτική οικοδόμησης εις βάρος των ελεύθερων χώρων στο ΑΠΘ. Αυτό συνεπάγεται μια σταθεροποίηση της πληθυσμιακής εξέλιξης του ΑΠΘ. Αντίθετα, θα πρέπει να ενισχυθούν περιφερειακά Πανεπιστήμια σε άλλες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας.

    Η βασική εκπαιδευτική λειτουργία του ΑΠΘ και η ύπαρξη των κυριότερων σχολών του στο σημερινό χώρο, στο κέντρο της πόλης, αναμφίβολα θα πρέπει να συνεχίσει, κυρίως στοχεύοντας και σε μια περαιτέρω ενίσχυση της αλληλεπίδρασης με την κοινωνία της πόλης. Ωστόσο, περιφερειακές λειτουργίες του ΑΠΘ, όπως χώροι υπαίθριας εξάσκησης και εργαστηρίων, μπορούν να χωροθετούνται σε περιοχές εκτός του Πολεοδομικού Συγκροτήματος. Επίσης, μπορεί να ενταθεί η αναδιάρθρωση λειτουργιών στο χώρο, με τρόπο που να ανταποκρίνεται καλύτερα στις υφιστάμενες ανάγκες. Σήμερα, παρατηρείται ανορθολογική χρήση σε αρκετές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα η χρήση ορισμένων αμφιθεάτρων μόνο για ελάχιστα μαθήματα, η κατάληψη ωφέλιμων χώρων από βιβλιοθήκες και αρχειοθήκες που θα μπορούσαν να μεταφερθούν και σε υπόγειους χώρους, ακόμη και η παραχώρηση αδικαιολόγητα μεγάλων χώρων για καθηγητικά γραφεία.

    Τέλος, σωστή θεωρείται η επιλογή της διοίκησης του ΑΠΘ να διεκδικήσει τμήματα του γειτονικού χώρου της Διεθνούς Έκθεσης σε περίπτωση που οι εγκαταστάσεις της μεταφερθούν αλλού. Ο σχεδιασμός αυτός θα πρέπει βέβαια να εξασφαλίσει τη διατήρηση των πράσινων και ελευθέρων χώρων. Εάν επιλεγεί αντικατάσταση ορισμένων από τις σημερινές υποδομές τότε οι όροι δόμησης θα πρέπει να είναι ήπιοι (χαμηλά κτίρια, χωρίς «επιθετική» αρχιτεκτονική, με βιοκλιματικές προδιαγραφές).

    Ίσως θα μπορούσαν να διεκδικηθούν ακόμη και τμήματα του Γ' Σώματος Στρατού (με διατήρηση και αποκατάσταση ιστορικών και παραδοσιακών κτιρίων), για τις υπηρεσίες του οποίου σωστά προτείνουν αρκετοί φορείς την απομάκρυνσή τους από την πόλη και την απόδοση των υποδομών σε άλλες λειτουργίες (π.χ. Δημαρχείο) και βέβαια όχι στην εγκατάσταση στρατηγείου του ΝΑΤΟ.

    Ανορθολογικότητα παρατηρείται εκτός από τη διάρθρωση στο χώρο και στην κατανομή του χρόνου, καθώς τα απογεύματα πολλές περιοχές του Πανεπιστημίου ερημώνουν, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ζητήματα ασφάλειας. Αντί για αστυνομικά μέτρα, είναι προτιμότερο να δοθεί προτεραιότητα στο ζωντάνεμα αυτών των περιοχών, παρέχοντας περισσότερους χώρους σε πρωτοβουλίες φοιτητών (κινηματογραφικές, θεατρικές, φωτογραφικές, δημοσιογραφικές, στέκια πολιτιστικού, ανθρωπιστικού, οικολογικού και πολιτικού προβληματισμού), σε σύνδεση και με κοινωνικά κινήματα.

    Την αναδιάρθρωση πρέπει να συνοδεύσει και η αναβάθμιση, καθώς ορισμένοι χώροι είναι παλιοί και παραμελημένοι. Στην αναβάθμιση πρέπει να περιληφθούν οι συνθήκες ασφάλειας για φοιτητές και εργαζόμενους, ο περιορισμός της ανεξέλεγκτης απόθεσης τοξικών και επικίνδυνων αποβλήτων στο αποχετευτικό σύστημα, η γενίκευση και καθιέρωση της ανακύκλωσης υλικών στο μεγαλύτερο δυνατό φάσμα, η εξοικονόμηση ενέργειας με χρήση πρωτοποριακών συστημάτων ήπιων μορφών ενέργειας, η μείωση της αέριας ρύπανσης (και κυρίως τα καυσαέρια από την καύση μαζούτ).

    Διαφορετική αντιμετώπιση θα πρέπει να υπάρξει και για τους πράσινους και ελεύθερους χώρους:

  •  Αύξηση της χρήσης τοπικών ειδών και ανάπτυξη μεσογειακού τύπου βλάστησης (έστω και ως χώρος επίδειξης και εκπαίδευσης σε ένα τμήμα του ΑΠΘ, σε αρχικό στάδιο),
  • Αναβάθμιση του κήπου φαρμακευτικών ειδών και παροχή δυνατότητας εκπαιδευτικών επισκέψεων και ξεναγήσεων,
  •  Δικτύωση της πανεπιστημιακής βλάστησης με γειτονικούς χώρους αστικού πράσινου (π.χ. Μελενίκου, Τελλόγλειο, ρέμα 40 Εκκλησιών, Φοιτητική Λέσχη, Διεθνής Έκθεση), με την κατασκευή πεζο-γεφυρών ή υπόγειων διαβάσεων ευρείας διάστασης.
  • Τέλος, όσον αφορά μια πιο οικολογική πολιτική μετακινήσεων στο ΑΠΘ, αυτή θα μπορούσε να κινηθεί στις εξής κατευθύνσεις:

  •  Αποτροπή της κυκλοφορίας ΙΧ εντός του ΑΠΘ.
  •  Κυκλοφορία MINI BUS έως και τις Εστίες ή τη Λέσχη.
  •  Εξέταση της δυνατότητας κατασκευής υπόγειου χώρου στάθμευσης σε σχετικά κοντινή έκταση (π.χ. περιοχή Καυταντζογλείου - εγκαταστάσεων της ΔΕΗ - Θεάτρου Γης, η οποία βρίσκεται και κοντά στον Περιφερειακό), για όσους μένουν σε μακρινές αποστάσεις και δεν τους βολεύουν οι δημόσιες συγκοινωνίες, με σύνδεση γραμμής MINI BUS του Πανεπιστημίου.
  •  Διευκόλυνση χρήσης ποδηλάτων (π.χ. κατασκευή ειδικών σημείων και υποδομής στάθμευσης και φύλαξης, κατασκευή ειδικών αποκλειστικών λωρίδων επί του υπάρχοντος οδοστρώματος και όχι εις βάρος των πράσινων χώρων και των πεζοδρομίων).
  •  Δοκιμαστική χρήση κοινόχρηστων ποδηλάτων (ιδιοκτησίας του ΑΠΘ) μόνο εντός του ΑΠΘ, με ειδικές προβλέψεις ασφάλειάς τους.
  • Είναι σαφές ότι τα παραπάνω αιτήματα μπορούν να διεκδικηθούν και αποσπασματικά. Ωστόσο, για μας αυτά μπορούν να αποκτήσουν ένα πληρέστερο νόημα σε συνθήκες μιας ευρύτερης κοινωνικής κινητοποίησης για συνολικότερες αλλαγές στις συνθήκες παραγωγής και διανομής της γνώσης και αξιοποίησής της από το κοινωνικό σύνολο, για δημοκρατικότερους τρόπους οργάνωσης και λήψης αποφάσεων και για μείωση των ανισοτήτων, με παράλληλη αύξηση του επιπέδου της προσωπικής και κοινωνικής συνείδησης, ευθύνης και συμμετοχής. Για μας οι αγώνες για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και την κοινωνική δικαιοσύνη είναι αλληλένδετοι.


    * Η Οικολογική Πρωτοβουλία αποτελεί μια απόπειρα για τη δημιουργία ενός οικολογικού πυρήνα προβληματισμού και δράσης μέσα στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.
    Ιδρύθηκε το Σεπτέμβρη του 2004, από μερικούς φοιτητές (προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς), διδάκτορες και διδάσκοντες, ορισμένοι από τους οποίους είχαν μακρόχρονη εμπλοκή σε οικολογικές και περιβαλλοντικές οργανώσεις και ιδιαίτερα στην Οικολογική Κίνηση Θεσσαλονίκης. Κοινή διαπίστωση ήταν το μεγάλο κενό που υπάρχει στον οικολογικό προβληματισμό κυρίως μεταξύ φοιτητών, αλλά και ακαδημαϊκών στο ΑΠΘ. Αυτό ήταν και το κίνητρο για την ίδρυση μιας ομάδας διαλόγου, προβληματισμού, μελέτης, αλλά και παρέμβασης σε σχέση με οικολογικά θέματα.
    Πρόθεση της Πρωτοβουλίας είναι να ασχοληθεί με ζητήματα που αφορούν στο ΑΠΘ (πράσινο, ΙΧ, πανεπιστημιακά απόβλητα, μεταλλαγμένα, ήπιες μορφές ενέργειας) και να επεκταθεί σε ζητήματα πόλης, Ελλάδας, Ε.Ε., παγκοσμιοποίησης, αλλά και ζητήματα φιλοσοφίας ή πολιτικής οικολογίας, με ιδιαίτερη έμφαση σε κοινωνικές και ριζοσπαστικές εκφράσεις του οικολογικού κινήματος.
    Αξίζει να σημειώσουμε και το γεγονός της αυτόνομης παραγωγής και… κατανάλωσης σάντουϊτς με οργανικά προϊόντα, ως πράξη αμφισβήτησης των διατροφικών συνηθειών που αναπαράγονται στα πανεπιστημιακά κυλικεία και προώθησης στις συνειδήσεις των φοιτητών της αξίας των οργανικών τροφίμων.
    Για επικοινωνία υπάρχει η ηλεκτρονική διεύθυνση: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.