Οικολογικά Οικονομικά - Ένα ολιστικό μοντέλο για την ανθρώπινη οικονομία

Γεώργιος Καρακατσάνης
Εκτύπωση
Ένα γεγονός ορόσημο στο οποίο δεν δόθηκε η πρέπουσα σημασία τόσο από τα μέσα ενημέρωσης όσο και από τον εξειδικευμένο οικονομικό τύπο, ήταν  η απόδοση του βραβείου Νόμπελ Οικονομίας 2009 στην Elinor Ostrom, μέλος του εκδοτικού συμβουλίου του περιοδικού “Ecological Economics” που εκδίδεται από την International Society of Ecological Economics (ISEE). Η πράξη αυτή κατέδειξε απερίφραστα την κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθεί η επιστήμη των Οικονομικών από τη νέα δεκαετία κιόλας.

Τα Οικολογικά Οικονομικά αποτελούν έναν από τους πλέον ανερχόμενους κλάδους, που αφενός φιλοδοξούν να καθιερωθούν ως ξεχωριστή σχολή οικονομικής σκέψης, αφετέρου να αντικαταστήσουν το –πλέον ανεπαρκές- νεοκλασικό μοντέλο, ως πληρέστερη θεωρία που είναι ικανή να περιγράψει επαρκώς τη σχέση μεταξύ φυσικών και κοινωνικών συστημάτων. Κατά βάση, η κριτική τους προς τη νεοκλασική θεωρία αφορά στον κατακερματισμό της οικονομικής σκέψης και στην υπερβολική αναγωγή όλων των ανθρώπινων δράσεων σε ατομικιστική οικονομική συμπεριφορά. Η μηχανιστική αυτή λογική παραβιάζει τις αντιλήψεις ακόμα και των σημαντικότερων μαθηματικών θεμελιωτών της οριακής θεωρίας –προγόνου της νεοκλασικής- όπως του Alfred Marshall ο οποίος είχε διατυπώσει πολύ πετυχημένα στο έργο του Principles of Economics (1890): «Η Οικονομική είναι μια επιστήμη της ζωής, περισσότερο κοντινή με τη Βιολογία παρά με τη Μηχανική».

Σε αντίθεση με τη νεοκλασική θεωρία, ο κλάδος των Οικολογικών Οικονομικών είναι διεπιστημονικός και «μεθοδολογικά ανοικτός». Εστιάζει στην ολοκληρωμένη (integrated) ανάλυση των οικονομικών και φυσικών δομών του πλανήτη, γι’ αυτό και επιτρέπει τη χρήση μεθόδων από ποικιλία κλάδων τόσο των φυσικών επιστημών -όπως η Ανθρωπολογία, η Βιολογία και η Οικολογία- όσο και των κοινωνικών, όπως η Ιστορία και η Κοινωνιολογία. Σκοπός τους είναι πρωτίστως να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο τα φυσικά συστήματα αλληλοϋποστηρίζονται, αφετέρου να εφαρμόσουν αυτές τις αρχές και στην ανθρώπινη οικονομία. Η εμπειρική υποστήριξη της θεωρίας περιλαμβάνει θερμοδυναμική ανάλυση και Θεωρία Συστημάτων αντί για νομισματική ανάλυση και θεωρία προτιμήσεων που χρησιμοποιεί σχεδόν εξολοκλήρου η νεοκλασική θεωρία.

Για τα Οικολογικά Οικονομικά η αλληλεπίδραση μεταξύ των συστημάτων είναι κυκλική. Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει πως ό,τι διαταραχή προκληθεί τώρα στο οικοσύστημα, θα επηρεάσει την ανθρώπινη οικονομία μετά από κάποιο χρόνο (χρονική υστέρηση). Η ανθρώπινη οικονομία δεν είναι παρά ένα από τα πολλά συστήματα της Φύσης, με τα οποία ανταλλάσει συνεχώς μάζα και ενέργεια. Συγκεκριμένα, εισάγει «υψηλής ποιότητας» ενέργεια και ύλη (π.χ μέταλλα, βιομάζα, κλιματική σταθερότητα), μετασχηματίζει ένα μέρος τους σε «χρήσιμα αγαθά», και απορρίπτει το υπόλοιπο ως ύλη και ενέργεια «χαμηλής ποιότητας», δηλαδή ρύπους (σκωρίες, τοξικά απόβλητα, αέρια του θερμοκηπίου κ.α.). Ωστόσο, η δυνατότητα της Φύσης ως αποδέκτη ρύπανσης (Φέρουσα Ικανότητα) είναι πεπερασμένη. Συνεπώς, η διαρκώς αυξανόμενη πίεση προς το οικοσύστημα με απόρριψη όλο και περισσότερων ρύπων, μειώνει την ικανότητα του οικοσυστήματος να τους αποσυνθέτει και να αναπαράγει την υψηλή ποιότητα της ενέργειας και της ύλης, δηλαδή να υποστηρίζει την ίδια τη ζωή. Αυτό είναι κάτι που τα Οικολογικά Οικονομικά εισάγουν εξ υποθέσεως στα μοντέλα τους. Αντίθετα, στη νεοκλασική θεωρία δεν υπάρχει κανένας θεωρητικός μηχανισμός που να προβλέπει τις συνέπειες της «υπερφόρτωσης» του οικοσυστήματος στην ανθρώπινη οικονομία.

Η ολοκληρωμένη περιγραφή της οικονομίας και της φύσης σ’ ένα ενιαίο θεωρητικό σύστημα αποτελεί παλαιό αίτημα. Η πρώτη απόπειρα που τεκμηρίωσε θεωρητικά αυτή τη σχέση έγινε το 1926 από τον νομπελίστα Χημείας Frederic Soddy ο οποίος στρεφόμενος στο οικονομικό ζήτημα, διατύπωσε στο κλασικό έργο του Wealth, Virtual Wealth and Debt: The solution of the economic paradoxπως η ενέργεια αποτελεί ιστορικά το θεμελιώδες αγαθό των ανθρώπινων οικονομιών, δίχως όμως να εξάγει ένα ολοκληρωμένο σύστημα μαθηματικών σχέσεων που να περιγράφουν πλήρως τη θεωρία του. Στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, αρκετοί οικονομολόγοι αναβίωσαν αυτή την ιδέα, με τον Kenneth Boulding να αποτελεί την πιο καινοτόμα προσωπικότητα στο χώρο των οικονομικών, αναδιατυπώνοντας το «οικονομικό ζήτημα» με περιβαλλοντικά πλέον θεμέλια, αναζωογονώντας έτσι την κλασικότητα των οικονομικών σπουδών. Το άρθρο τουThe Economics of the Coming Spaceship Earth (1966), ήταν ένα από τα διορατικότερα άρθρα της εποχής που πραγματεύονταν την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής ηθικής στην ανθρώπινη οικονομία. Στον Boulding επίσης θα πρέπει να χρεωθεί και η καθιέρωση του όρου «Εξελικτικά Οικονομικά» (Evolutionary Economics).

Η δεκαετία του ’70 αποτέλεσε την περίοδο ραγδαίας εξάπλωσης του οικολογικού κινήματος και έξαρσης της συγγραφικής δραστηριότητας πάνω στην οικολογική βάση της ανθρώπινης οικονομίας. Η μεθοδολογία πολλών εκ των πλέον πρωτότυπων έργων που γράφτηκαν εκείνη την περίοδο, διδάσκεται ακόμη και σήμερα σε περίβλεπτα πανεπιστήμια του κόσμου, όπως το πασίγνωστο The Limits to Growth” (Τα Όρια στη Μεγέθυνση, 1972) το οποίο μεταφράστηκε σε 30 γλώσσες. Ορόσημο πάντως, αποτέλεσε το έργο του -ρουμανικής καταγωγής- οικονομολόγου Nicholas Georgescu-Roegen το 1971 με τίτλο “The Entropy Law and the Economic Process, ο οποίος επιχείρησε να συνδέσει ευθέως τον Δεύτερο Νόμο της Θερμοδυναμικής –ή Νόμο της Εντροπίας- με την παραγωγική διαδικασία. Το έργο δέχθηκε κριτική από αρκετούς φυσικούς επιστήμονες για λανθασμένη ερμηνεία και ταύτιση της έννοιας της εντροπίας με τη φθορά, κριτική η οποία κατά γενική ομολογία ήταν σωστή. Ωστόσο, η βασική υπόθεση - ότι η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος από την ανθρώπινη οικονομική δραστηριότητα σχετίζεται με αυτόν τον θεμελιώδη φυσικό νόμο- παραμένει γενικά αποδεκτή, κάτι που κατατάσσει το έργο ως ένα απο τα σημαντικότερα στο χώρο της οικονομικής σκέψης.

Την εκλέπτυνση και αναβάθμιση των ιδεών του Roegen ανέλαβε ο μαθητής του Herman Daly, νυν καθηγητής στη Σχολή Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Maryland, με τα έργα του Steady-State Economics(1977) και “Ecological Economics: Principles and Applications (2003). Ο Daly -ο οποίος παλαιότερα διετέλεσε και ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank)- ήταν συνιδρυτής της ISEE το 1989, η οποία υφίσταται έως και σήμερα με σημαντική επιστημονική δραστηριότητα και που στην οποία έχουν ενταχθεί οικονομολόγοι με πολύ αξιόλογο έργο πάνω στο αντικείμενο.

Η αναγνώριση της θεώρησης των Οικολογικών Οικονομικών έχει δημιουργήσει τις υποδομές σε πολλά πανεπιστήμια του κόσμου για τη δημιουργία μιας Επιστήμης της Διατηρησιμότητας (Sustainability Science). Είναι προφανές πως η παρούσα φάση αποτελεί την προετοιμασία για μια «αλλαγή επιστημονικού παραδείγματος» (paradigm shift) και πραγματικής πλέον προσαρμογής της ανθρώπινης οικονομίας στις ροές και τους κύκλους του ευρύτερου πλανητικού οικοσυστήματος.

Γεώργιος Καρακατσάνης
MSc "Περιβάλλον & Ανάπτυξη" ΕΜΠ