Καστοριάδης - Κον Μπετίτ: Από την οικολογία στην αυτονομία

Λέσχη Ανάγνωσης Οικολογικού Βιβλίου Χολαργού-Παπάγου
Εκτύπωση


Συζήτηση για το βιβλίο των Κορνήλιου Καστοριάδη και Ντανιέλ Κον-Μπετίτ «Από την οικολογία στην αυτονομία»

Kastoriadis

Εκδόσεις Κέδρος 1981, Μετάφραση Άλκης Σταύρου

Κυκλοφορεί και από τις εκδόσεις Ράππα.

Σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα το οικολογικό κίνημα; Ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στα ζητήματα που θέτει και στα ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της εποχής μας; Ο αγώνας ενάντια στον αφανισμό της φύσης μπορεί, μήπως, να χωριστεί από τον αγώνα για ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και της κουλτούρας; Ποια είναι σήμερα η στάση των ανθρώπων απέναντι στον κατεστημένο τρόπο ζωής και στην κρίση του; Τα ζητήματα αυτά μπαίνουν τώρα επιτακτικά στο οικολογικό κίνημα σ' όλες τις χώρες. Με πρωτοβουλία διαφόρων ομάδων και αγωνιστών, πολλές εκατοντάδες άτομα συγκεντρώθηκαν για να τα συζητήσουν στη Louvain-la-Neuve (Βέλγιο) τον Φεβρουάριο του 1980. Ο τόμος αυτός περιέχει τα πρακτικά των εισηγήσεων του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Daniel Cohn-Bendit, και των ζωηρών και μεστών συζητήσεων που τις ακολούθησαν.

Τη συζήτηση που ακολουθεί αναδημοσιεύουμε από τη Λέσχη Ανάγνωσης Οικολογικού Βιβλίου Χολαργού Παπάγου

http://oiko-anagnoseis.blogspot.ca/ )

Τα θέματα που συζητήθηκαν έθεσαν ουσιαστικά τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους θα κινηθούν και επόμενες συζητήσεις της λέσχης μας, πάλι με αφορμή το ίδιο βιβλίο. Συγκεκριμένα, συζητήθηκαν τα εξής:

Α) Φαίνεται ότι τόσο για τα περιβαντολλογικά προβλήματα όσο και για τις κοινωνικές ανισότητες ευθύνεται ο κυρίαρχος καπιταλισμός. Το περίεργο είναι πως παρά τις θεμελιώδεις του αδυναμίες δεν φαίνεται να υπάρχει σήμερα συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση - εξάλλου, αυτή του η ισχύς υφίσταται δεδομένου ότι φαίνεται να ικανοποιεί βασικές ανάγκες των ανθρώπων, με τις οποίες, βεβαίως, έχουν αντικατασταθεί οι φυσιολογικές ανθρώπινες επιθυμίες. Περαιτέρω, η "διαταραχή" του καπιταλισμού φαίνεται να είναι ότι επέβαλε ως κεντρικές για τον άνθρωπο τις "οικονομικές ανάγκες", αντί να είναι αυτές το εργαλείο ικανοποίησης των βασικών.

Συζητήθηκε αρκετά κατά πόσον όλες οι ανθρώπινες ανάγκες είναι φαντασιακά θεσμισμένες, επομένως διαμορφώσιμες και παραγόμενες από τον ίδιο τον καπιταλισμό ή υπάρχει ένα υποσύνολο φυσικών αναγκών. Αφενός υποστηρίχτηκε ότι δεν είναι όλες οι ανάγκες διαμορφώσιμες, αλλά υπάρχουν αντικειμενικές ανάγκες αυτοσυντήρησης (πείνα, δίψα, στέγη, ασφάλεια) εκτός από τις εγωιστικές αλλά εξίσου ανθρώπινες επιδιώξεις (καλοπέραση, ευκολία, κλπ) τις οποίες ο καπιταλισμός όχι μόνον ικανοποιεί (έστω και προσωρινά, αλλά πάντως ευχαριστώντας μας) αλλά και ανατροφοδοτεί μέσω της φαντασιακής θέσμισης με μεγάλη επιτυχία. Εκτός από την σχηματοποίηση αναγκών στη σφαίρα του φαντασιακού φαίνεται ότι ο καπιταλισμός καταφέρνει να πραγματοποιεί αυτά που υπόσχεται. Αφετέρου σημειώθηκε ότι στις φυσικές ανάγκες των ανθρώπων για στέγη, τροφή, ασφάλεια, κίνηση κτλ θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε και τις προσωπικές [και διαφοροποιημένες σε κάθε άνδρα και γυναίκα] επιθυμίες για δημιουργία, εργασία, αγάπη και συναισθηματική/ψυχική πληρότητα, αίτημα που θέτει η κοινωνική οικολογία.

Β) Μιλήσαμε για το κατά πόσον η τεχνολογία ο λόγος περί της τεχνικής, με πρακτικά λόγια είναι η γνώση, οι μέθοδοι και το σχέδιο για να πετύχουμε ένα αποτέλεσμα, ενώ η εφαρμογή της γίνεται μέσω της τεχνικής. Έγινε έντονη συζήτηση με αφορμή την διατύπωση Καστοριάδη περί ιστορικότητας της τεχνικής, δεδομένου ότι σλυμφωνα με το κείμενο του βιβλίου δηλαδή δεν υπάρχει ουδέτερη τεχνική, αλλά κάθε σύστημα θα αναπτύξει εκείνη την τεχνική που εξυπηρετεί καλύτερα τις επιδιώξεις του - δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως το οικολογικό κίνημα ξεκίνησε και εξαπλώθηκε ως κίνημα ενάντιο στην χρήση της ατομικής ενέργειας. Με αφορμή αυτό το παράδειγμα και εκείνο της τεχνολογίας των ΑΠΕ, αναρωτηθήκαμε εάν είναι η τεχνική εκείνη που οδηγεί την ιστορία ή το αντίστροφο ή η μία έννοια τροφοδοτεί την άλλη, ή απλώς η μεταγλώσσα κάθε ιστορικής εποχής αποδίδει σε και εξάγει από την τεχνική τα χαρακτηριστικά εκείνα που προάγουν την ενδυναμώνουν, μια που πανομοιότυπες τεχνικές, ανεξαρτήτως κλίμακας, συναντώνται σε πολύ διαφορετικές κοινωνικά και πολιτικά συστήματα στην ανθρώπινη ιστορία. Προτάθηκε επίσης ότι θα ήταν ακόμα δυνατό ο καπιταλισμός να ενσωματώσει ακόμα και την οικολογία, αν "τον συμφέρει" να υλοποιήσει τις ενεργειακές προτάσεις, για παράδειγμα, που προτείνει η οικολογία, πάντα με κερδοφόρο τρόπο. Εξίσου ενδιαφέρουσα ήταν η συζήτηση περί του αν η επιστήμη, ή η "τεχνοεπιστήμη", αντιστοιχεί σε πραγματικές προόδους του ανθρώπινου πολιτισμού ή αν πολλά από τα επιτεύγματά της ανά τους αιώνες είναι μόνο μια "φούσκα", που όταν σκάσει, βρισκόμαστε πάλι με μια παλιά, καλή, παραδοσιακή τεχνική...

Γ) το ερώτημα "ποιος θα λύσει σήμερα τα σοβαρά προβλήματα της οικολογίας και πως (οι πολίτες οι ίδιοι με επανάσταση, με αυτοοργάνωση ή ο καπιταλισμός)" δεν συζητήθηκε εκτενώς (θα επανέλθουμε άλλωστε τον ερχόμενο μήνα), αναφέρθηκε απλώς ότι είτε στις εσωτερικές "μικροδιορθώσεις" του υφιστάμενου συστήματος είτε στην ανατροπή του ίσως η τεχνική τοποθετηθεί ξανά σε καθοριστικό ρόλο (π.χ. καθαρισμός ποταμών, ΑΠΕ, έξυπνα και μηδενικού ενεργειακού αποτυπώματος κτήρια, αυτοκαθαριζόμενα ρούχα, κλπ)

Δ) Όσον αφορά τις ανισότητες που δημιουργεί ο καπιταλισμός, προτάθηκε να ξεχωρίσουμε την εξουσιαστική διάσταση από την οικολογική. Είναι δυο ξεχωριστά ζητήματα με κοινό πεδίο αναφοράς – ίσως η εξουσιαστικότητα του καπιταλισμού δεν έχει να κάνει τόσο με την συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης της παραγωγής αλλά με την ίδια την διαδικασία οργάνωσης και την κλιμάκωσή της. Οι σχέσεις εξουσίας άλλωστε δεν είναι ιδίωμα μόνον του καπιταλισμού και θα πρέπει να εξεταστεί και ιστορικά - και ίσως θα είχε ενδιαφέρον να τις δούμε και σε σχέση με την τεχνική ως κυρίαρχη διάσταση των οργανωμένων κοινωνών.

Ε) Συχνά επανερχόμασταν σε ένα σημείο όπου συμφωνούσαμε όλοι οι παρευρισκόμενοι, δηλαδή στο σημείο κλειδί του "αυτοπεριορισμού" που θεωρεί ουσιώδες ο Καστοριάδης για την ανάπτυξη μιας οικολογικής συνείδησης τόσο ως ηθική στάση ενός ατόμου, στην σφαίρα της πράξης και της φαντασίωσης, όσο και ως συμπεριφορά μιας κοινωνίας.

ΣΤ) Προσπαθήσαμε να δούμε όλα τα παραπάνω έχοντας κατά νου ότι ο Καστοριάδης υιοθετεί μια νεομαρξική οπτική και πρόσβαση στα ζητήματα της ιστορίας, ασκώντας κριτική όμως στον μαρξισμό που δεν επέκρινε ποτέ την ίδια την "ηθική" της τεχνικής που οδηγούσε στις δεδομένες, σε κάθε ιστορικό πλαίσιο, σχέσης παραγωγής και διανομής, ως κατευθυντήρια έννοια.
..................

Στην τελευταία μας συνάντηση πάνω στην Αυτονομία και Οικολογία συζητήσαμε το γιατί ο σύγχρονος πολιτικός λόγος στην Ελλάδα δεν συμπεριλαμβάνει την έννοια του αυτο-περιορισμού, έστω με την έννοια της υλικής λιτότητας, η οποία, κατά τη γνώμη όλων, είναι ουσιαστικής σημασίας για την πραγμάτωση της αυτονομίας, με οποιονδήποτε τρόπο, τόσο με ατομικούς όσο και με κοινωνικούς όρους. Το κύριο εμπόδιο φαίνεται ότι είναι το ότι η «αριστερή σκέψη», που θα περίμενε κανείς ότι θα μπορούσε να υιοθετεί πτυχές αυτής της σκέψης, εδράζεται κυρίως στις μαρξιστικές επιδιώξεις της αναδιανομής του πλούτου, χωρίς ποτέ να αναρωτιέται αν αυτός ο πλούτος πρέπει πράγματι να υπάρχει, σε αυτή τη μορφή και σε αυτό το βαθμό ή με ποιο οικολογικό κόστος γίνεται αυτό.

Συζητήσαμε επίσης την πολύ εύστοχη παρατήρηση του Καστοριάδη περί της εθελοντικής προσχώρησης των πολιτών στο καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο πράγματι υλοποιεί πολλές από τις υποσχέσεις τους: αναγνωρίσαμε ότι όλοι μας και κάθε κοινωνία έχει «πάρει» από τον καπιταλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, η ερώτηση «θέλουν πράγματι οι άνθρωποι να αλλάξουν?» παραμένει σε εκκρεμότητα. Μιλήσαμε για τον τρόπο που το υφιστάμενο σύστημα επιχειρεί να επιβιώσει ενσταλλάζοντας συγκεκριμένες συμπεριφορές σε κάθε ένα άτομο από τα γεννοφάσκια του – γι’ αυτό ο Καστοριάδης τονίζει ότι δεν πρέπει να μιλούμε για ικανότητα για αλλαγή, αλλά για θέληση για αλλαγή.

Αναλογιζόμενοι πώς θα μπορούσε να διαμορφώνεται μια συμπεριφορά σε ένα κόσμο αυτονομίας, θέσαμε δύο πλευρές, ανάμεσα στις οποίες καθένας και καθεμία μας επιλέγει να δρα: αφενός το να μην υπάρχουν καθόλου πρότυπα, αλλά να μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλο, σε εμπειρική βάση, και αφετέρου να αναδύεται μια κλίμακα καθολικών αξιών και «αυθεντιών» που θα υποδεικνύουν τα πρότυπα προς μίμιση.

Συζητήσαμε το ζήτημα του φόβου, τόσο σε επίπεδο ατόμου και ατομικής συμπεριφοράς, όσο και σε επίπεδο κοινωνικής δομής, σχολιάζοντας την τάση των κοινωνιών να συσπειρώνονται σε ενιαία σύνολα σε αντιδιαστολή με κάποιον «αποδιοπομπαίο τράγο», που αποκλείεται από την κοινότητα, άρα ενισχύει τους δεσμούς όσων ανήκουν στην κοινότητα. Από αυτή την οπτική, οι πολίτες συχνά θεωρούν το κράτος ως τον «άλλο», αμφισβητώντας την αυθεντία του και μη ταυτιζόμενοι με τις λειτουργίες του – κατ΄αυτόν τον τρόπο όμως αρνούμενοι και τη συλλογικότητα που μια κοινωνική δομή «επιβάλλει».

Αυτή την αυθεντία αναζητήσαμε και στην τεχνική (επιστήμη – γνώση – ορθολογικότητα) θέτοντας το θέμα της ηθικής της επιστήμης και των επιστημόνων αλλά και τους αξιολογικούς κανόνες που πλαισιώνουν το κύρος της οποιασδήποτε γνώσης. Το ζήτημα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο στο χειρισμό του δεδομένου ότι θέτει παράλληλα και την πτυχή του χρόνου, αφού η ιστορικότητα της τεχνικής επιβάλλει να την αξιολογήσουμε σε χρόνους που υπερβαίνουν τα όρια μιας ανθρώπινης ζωής.

Για τα πρακτικά, Δημήτρης Τσέλιος, Κατερίνα Χρυσανθοπούλου