Τα γλυκά νερά της Ρόδου και το Γκιζάνι

Δρ. Μαρία Corsini -Φωκά
Εκτύπωση
Της Δρ. Μαρία Corsini -Φωκά

από την επιστημονική ομάδα ΕΛΚΕΘΕ/Υδροβιολογικός Σταθμός Ρόδου

Παράγοντες φυσικής και ανθρώπινης προέλευσης συμβάλλουν τις τελευταίες δεκαετίες στη παγκόσμια κλιματολογική αλλαγή και στην υποβάθμιση πολυάριθμων χερσαίων και υδάτινων οικοσυστημάτων. Οι αλλαγές του φυσικού περιβάλλοντος, κυρίως αυτές που οφείλονται στις ανθρώπινες δραστηριότητες, προκαλούν την εξαφάνιση ειδών του ζωικού και φυτικού βασιλείου ενώ απειλούν σοβαρά την ύπαρξη πολλών άλλων οργανισμών ( IUCN- International Union for the Conservation of Nature, 2009; www .redlist .org).

Αυτή η γενική αρνητική πορεία αλλοίωσης του φυσικού περιβάλλοντος παρατηρείται έντονα στο νησί της Ρόδου, ένα νησί γνωστό όχι μόνο για την ιστορία και τα μοναδικά μνημεία του, αλλά και για την ομορφιά των ακτών του, τον πλούτο του υποβρύχιου περιβάλλοντος καθώς και της ενδοχώρας του. Η σχετική αφθονία του νερού και οι ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες συνεισφέρουν ουσιαστικά στην ανάπτυξη πλούσιων δασών και σπάνιας χλωρίδας που χαρακτηρίζουν το νησί. Οι φυσικές ομορφιές του εσωτερικού του νησιού όπως και οι υδροβιότοποι παρουσίασαν όμως φανερές και γρήγορες αλλαγές τα τελευταία χρόνια λόγω της μείωσης των αποθεμάτων του γλυκού νερού, αλλά και εξ αιτίας των μεγάλων πυρκαγιών καθώς και της απεριόριστης και ανεξέλεγκτης δόμησης και χρήσης του εδάφους.

Ο αξιοσημείωτος ρυθμός ανάπτυξης του τουρισμού επεκτείνει την ζήτηση νερού, κυρίως το καλοκαίρι, δηλαδή την περίοδο ξηρασίας που διαρκεί συνήθως από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο: νέα μεγάλα ξενοδοχεία κτίζονται συνέχεια με αποτέλεσμα να αυξάνει ο αριθμός των κλινών, να γίνεται ανεξέλεγκτη χρήση των νερών των λουομένων στις παραλίες, να πλένονται καθημερινά χιλιάδες ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα και πολλά λεωφορεία, ενώ αυξάνει συνεχώς ο αριθμός και το μέγεθος των κρουαζιερόπλοιων που κατακλύζουν το λιμάνι, με τις ανάλογες απαιτήσεις των χιλιάδων επιβατών τους.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, η Ρόδος τροφοδοτεί με γλυκό νερό και τα άνυδρα νησιά, η ζήτηση των οποίων αυξάνει με προοδευτική τάση. Η αυθαίρετη άντληση νερού για αρδευτικές ανάγκες είναι συνηθισμένη πράξη. Στην απεριόριστη χρήση του νερού κατά τη διάρκεια των ξηρών μηνών, προβαίνουν επίσης και οι ίδιοι οι κάτοικοι του νησιού, επιδεινώνοντας τη σημερινή δύσκολη κατάσταση. Για την αντιμετώπιση όλων αυτών των αναγκών, γίνεται συνεπώς, υπεράντληση των επιφανειακών και υπογείων νερών, ειδικά το καλοκαίρι, με αποτέλεσμα το επιφανειακό νερό να γίνεται υφάλμυρο. Οι γεωτρήσεις που γίνονται, νόμιμα αλλά και πολλές φορές παράνομα, αντλούν το νερό συνέχεια και σε μεγαλύτερα βάθη.

Σε όλα αυτά, δυστυχώς πρέπει να προσθέσουμε και άλλα εμφανή γεγονότα τα οποία επιτείνουν την υποβάθμιση της ποιότητας του εσωτερικού περιβάλλοντος του νησιού μας, όπως η χρήση των κοιτών των ρεμάτων για εκφόρτωση κατασκευαστικών υλικών και σκουπιδιών, για διάθεση λυμάτων και ρύπων, για εξαγωγή αδρανών υλικών και ανοικοδόμηση στις παρόχθιες περιοχές.

Συνήθως, σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, πολλές από τις οποίες είναι πλούσιες σε φυσικούς υδάτινους πόρους, εδώ και πολλά χρόνια εφαρμόσθηκαν αυστηρά διαχειριστικά μέτρα για τον περιορισμό της χρήσης του νερού κατά τους θερινούς μήνες καθώς και για τον έλεγχο, τη διατήρηση και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, και, συνεπώς, της ποιότητας της ζωής. Η Ρόδος είναι ένα νησί με φυσικούς περιορισμούς. Παρ’όλα αυτά, εμείς συνεχίζουμε να εκμεταλλευόμαστε ανεξέλεγκτα όλους τους φυσικούς της πόρους, χερσαίους και υδάτινους. Προτιμάμε να κλείνουμε τα μάτια ή να περπατάμε με το βλέμμα σκυμμένο προς τα κάτω ώστε να κρύψουμε από τον εαυτό μας την αλήθεια που επικρατεί γύρω μας. Σκεφτόμαστε πρόσκαιρα και εγωιστικά. Εξαντλώντας όμως τις φυσικές ομορφιές αυτού του τόπου, χάνει το δικαίωμα η νέα γενιά να απολαύσει τη φύση όπως εμείς τη γνωρίσαμε.

Η σημασία και η σπανιότητα του φυσικού πλούτου του νησιού αναδείχθηκε και διεθνώς με την ανακήρυξη δυο εκτεταμένων περιοχών της Ρόδου ως προστατευόμενων περιοχών, στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού δικτύου NATURA 2000. Η μια περιοχή περιλαμβάνει μέρος της παραλίας και της θαλάσσιας ζώνης της Απολακκιάς, η άλλη περιλαμβάνει τις ορεινές περιοχές του Ακραμίτη, του Αρμενιστή, του Ατταβύρου, του Προφήτη Ηλία καθώς και των Επτά Πηγών και της Κοιλάδας των Πεταλούδων.

Παρά την, θα λέγαμε, αντιπεριβαλλοντική συμπεριφορά μας, και παρά το ότι η τάση για μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη επιδρά κυρίως αρνητικά στο φυσικό περιβάλλον, η φύση αυτού του νησιού αποκαλύπτει ακόμα και σήμερα απρόβλεπτες, απίστευτου θαυμασμού, ομορφιές, προκαλώντας το ενδιαφέρον όλων μας για το λόγο ότι αν και υφίσταται μεγάλες επιδράσεις συνεχίζει να αντέχει στο χρόνο. Μας ξαφνιάζει επίσης το γεγονός ότι, στον περιορισμένο χώρο του νησιού της Ρόδου, το φυσικό πολυποίκιλο περιβάλλον συνεχίζει να παρουσιάζει πολυάριθμες εκπλήξεις και φαινόμενα, σε πολύ μικρή απόσταση το ένα από το άλλο.

Σχετικά με τα γλυκά νερά της Ρόδου, τα υπάρχοντα ρέματα τροφοδοτούνται από τα νερά της βροχής και από τις διάφορες πηγές και ρέουν ήρεμα μέσα στα δάση, μετατρεπόμενα πολλές φορές σε επικίνδυνους χειμμάρους κυρίως το χειμώνα, ενώ αντίθετα το καλοκαίρι τα περισσότερα ξεραίνονται.

Το μεγαλύτερο ρέμα είναι αυτό του Γαδουρά, στην ανατολική πλευρά του νησιού, οι πηγές του οποίου βρίσκονται στις κατωφέρειες του Όρους Ατταβύρου (ύψους 1.213μ) και στα νότια του Όρους Προφήτη Ηλία (ύψους 800μ). Συγκρατεί τρεχούμενο νερό όλο το χρόνο, κυρίως κοντά στις πηγές, αλλά και σε χαμηλότερα σημεία. Στο πρόσφατο παρελθόν, λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πάνω από τις εκβολές του στη θάλασσα, ο Γαδουράς σχημάτιζε βαθύτερες λιμνούλες με κρυστάλλινα και πεντακάθαρα νερά, προσφέροντας ένα εντυπωσιακό θέαμα το οποίο ταίριαζε περισσότερο σε ορεινές περιοχές. Για να ικανοποιηθούν οι συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης όλου του νησιού, κατασκευάσθηκε τα τελευταία χρόνια το Φράγμα του Γαδουρά και η νέα λίμνη που δημιουργήθηκε έχει ήδη αρχίσει να συγκρατεί το νερό του ρέματος. Η τροφοδοσία νερού στην κάτω από το φράγμα περιοχή του ρέματος είχε ελαχιστοποιηθεί δραματικά κατά τη διάρκεια των έργων ενώ μεγάλες ποσότητες κατασκευαστικών υλικών κατέκλυσαν την κοίτη του ποταμού αλλοιώνοντας τη σύνθεση του φυσικού υποστρώματος, με αποτέλεσμα να έχουν μεταβληθεί τα υδρολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά του. Σήμερα, το θέαμα που καταγράψαμε πιο πάνω υπάρχει μόνο στη μνήμη των τυχερών που είχαν την ευκαιρία να το θαυμάσουν κάποτε και να το απολαύσουν.

Γκιζάνι

Άλλα ρέματα στην ίδια πλευρά του νησιού είναι ο Λουτάνης, ο οποίος τροφοδοτείται και από τα νερά των Επτά Πηγών, ο Κόνταρης στην περιοχή του Ασκληπειού, ο Χας στον Αρχάγγελο, και ο Πελέμονης στην περιοχή Αφάντου. Στα δυτικά βρίσκονται τα ρέματα Αργυρός, στην περιοχή των Καλαβαρδών, ο Πλατύς, το ρέμα των Πεταλούδων, ο Παραδεισιώτης, ο Κρεμαστενός καθώς και η μικρή Λίμνη των Νάνων. Στα νότια, διάφορα μικρά άλλα ρέματα εμπλουτίζουν την λίμνη του φράγματος της Απολακκιάς.

Εκτός από την πλούσια χλωρίδα που τα περιτριγυρίζει, υπάρχουν και οργανισμοί πολύ χαρακτηριστικοί που μπορεί να δει κανείς με γυμνό μάτι σε πολλά υδάτινα συστήματα του νησιού όπως είναι το ενδημικό ψάρι γκιζάνι Ladigesocypris ghigii, το μικρό μαύρο γαστερόποδο Melanopsis praemorsa, το καβούρι Potamon potamios, η γαρίδα Palaemonetes antennarius, το χέλι Anguilla anguilla, ο βάτραχος Rana ridibunda, η νεροχελώνα Mauremys caspica. Στη λίμνη των Νάνων ζουν κουνουπόψαρα (Gambusia hollbrο okii) και κοινοί κυπρίνοι (Cyprinus carpio), είδη ψαριών που είναι ξενικά (τα πρώτα πιθανόν μεταφέρθηκαν στη Ρόδο από τους Ιταλούς). Το 1995 εισήχθησαν δυο ασιατικά είδη χορτοφάγων κυπρίνων (Hypophtalmichthysmolitrix και Ctenopharyngodonidella), μαζί με τον κοινό κυπρίνο και το άγριο χρυσόψαρο ή πεταλούδα (Carassius auratus) και από τότε ζουν στην τεχνητή λίμνη της Απολακκιάς. Τα κουνουπόψαρα ζούν επίσης και σε κάποια άλλα μικρά ρέματα καθώς και στις δεξαμενές του πάρκου του Ροδινιού.

(φωτ.: Το Γκιζάνι (Ladigesocypris ghigii), το ψάρι του γλυκού νερού που ζει αποκλειστικά στη Ρόδο. Φωτογραφία του B . Zava)
(φωτ.: Το Γκιζάνι στο φυσικό του περιβάλλον. Φωτογραφία της Μ. Θ. Στουμπούδη)

Το Γκιζάνι

Το Ladigesocypris ghigii* (Pisces, Cyprinadae), κοινώς Γκιζάνι ή και Μινιά (πιθανόν από την Ιταλική λέξη “miniatura”, λόγω του μικρού μεγέθους του), είναι ένα μοναδικό ψαράκι του γλυκού νερού που κατοικεί αποκλειστικά στο νησί της Ρόδου από τότε που το νησί αποχωρίστηκε από την ακτή της Μικράς Ασίας.

Το σημερινό επιστημονικό όνομά του είναι αρκετά περίπλοκο και έχει αλλάξει πολλές φορές. Το δεύτερο μέρος του, δηλαδή η ονομασία του είδους “ghigii”, δόθηκε από την ερευνήτρια Luisa Gianferrari , προς τιμή του Ιταλού Alessandro Ghigi, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Μπολώνιας που το ανακάλυψε στο νησί το 1926, κατά τη διάρκεια της «Ιταλικής αποστολής για την μελέτη της πανίδας των νησιών της Δωδεκανήσου», την οποία διηύθυνε. Ο Ghigi συνέλλεξε τα πρώτα δείγματα από το ρέμα των Μύλων, στα Κοσκινού, ρέμα που δεν υπάρχει πια, καθώς και από το ρέμα του Αργυρού. Η ονομασία του γένους, Ladigesocypris , δημιουργήθηκε από τον Γιουγκοσλάβο ιχθυολόγο Karaman , το 1972, και αποτελείται από δυο λέξεις, Ladiges και cypris . Το πρώτο μέρος της ονομασίας δόθηκε προς τιμή ενός άλλου γνωστού επιστήμονα, του W . Ladiges , ενώ το δεύτερο προέρχεται από την οικογένεια των Κυπρινοειδών, στην οποία ανήκει το Γκιζάνι.

Το Γκιζάνι κατοικεί στα περισσότερα ρέματα που αναφέραμε παραπάνω, σε πηγές όπως στις Επτά Πηγές και σε υδατοδεξαμενές της Ρόδου ενώ ο μεγαλύτερος πληθυσμός του βρίσκεται στο Γαδουρά.

(Απόψεις του Γαδουρά, το 2001. Φωτογραφίες του Αρχειου ΥΣΡ)

Για να ανταπεξέλθει στις ασταθείς και αντίξοες περιβαλλοντικές συνθήκες, το Γκιζάνι ανέπτυξε προσαρμογές που το κάνουν εξαιρετικά ανθεκτικό. Α ντέχει τόσο στις χαμηλές χειμωνιάτικες θερμοκρασίες του νερού (~10°C), όσο και στις υψηλές του καλοκαιριού (~30°C). Ο κύκλος ζωής του είναι σύντομος, καθώς ζει στη φύση κατά μέσο όρο έως και τρία χρόνια. Το μέγιστο ολικό μήκος του φθάνει τα 10-12 εκατοστά, αλλά στη φύση συχνότερα βρίσκουμε Γκιζάνια μήκους 3-5 εκατοστών. Προτιμά νερό με μικρή ροή και για να προστατευθεί, συνηθίζει να κρύβεται στις όχθες, κάτω από τις ρίζες των υδρόβιων και παρόχθιων φυτών, ή ανάμεσα στα φύκη και τα βράχια. Είναι παμφάγο και τρέφεται με ό, τι είναι διαθέσιμο, φύκη, υδρόβια φυτά, ασπόνδυλα και λάρβες εντόμων. Αναπαράγεται από τον Απρίλιο μέχρι πολλές φορές και το Σεπτέμβριο σε μεγάλους αριθμούς. Μέσα σε αυτήν την περίοδο το κάθε θηλυκό γεννά τα αβγά του τμηματικά (δηλαδή αποθέτει αυγά πάνω από μια φορά), αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα επιβίωσης των απογόνων που γεννιούνται.

Θεωρείται ως ένα από τα πιο απειλούμενα με εξαφάνιση είδη ψαριών των γλυκών νερών στην Ευρώπη, δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια μερικοί πληθυσμοί του έχουν ήδη εξαφανιστεί (στη λίμνη των Νάνων), ενώ αυτοί που απομένουν εμφανίζουν τάσεις συνεχούς περιορισμού. Το Γκιζάνι προστατεύεται τόσο από την Ευρωπαϊκή, όσο και από την Ελληνική νομοθεσία. Συμπεριλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Κοινοτικής Οδηγίας για την Προστασία των Βιοτόπων (92/43/EEC), ως είδος προτεραιότητας, καθώς και στο Κόκκινο Βιβλίο Απειλούμενων Ειδών της Ελλάδας. Επίσης προστατεύεται από την Ελληνική Νομοθεσία με το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981.

(Άποψη του ρέματος Γαδουρά, κοντά στις εκβολές, το 2001 (αριστερά) και το 2006 (δεξιά). Φωτογραφίες του Αρχείου ΥΣΡ).

Από τι κινδυνεύει το σπάνιο και μοναδικό αυτό στον κόσμο ψαράκι; Κινδυνεύει κυρίως από την καλοκαιρινή ξηρασία που σε συνδυασμό με την ΥΠΕΡΑΝΤΛΗΣΗ ΝΕΡΟΥ (για ύδρευση ή άρδευση) αφανίζει τα ρέματα του νησιού. Παρ’όλο που, όπως αναφέραμε, το μικρό αυτό ψάρι προσαρμόσθηκε ώστε να αντιμετωπίζει ακραίες και ασταθείς συνθήκες, η επιβίωσή του εξαρτάται από το λίγο νερό που μένει το καλοκαίρι στους υδροβιότοπους. Έτσι, κάθε θερινή περίοδο, οι πληθυσμοί του είδους μειώνονται δραματικά, γιατί χιλιάδες ψάρια εγκλωβίζονται στις λίγες λακκούβες του νερού που αποκόπτονται από το κυρίως ρέμα και οδηγούνται στην εξαφάνιση. Το Γκιζάνι κινδυνεύει επίσης και από την υποβάθμιση των υδροβιοτόπων στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, από την επικίνδυνη εισαγωγή ξενικών ειδών ψαριών στα υδάτινα συστήματα καθώς και από τη μείωση της γενετικής ποικιλότητας του είδους.

Με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσιών Ερευνών, με τον Υδροβιολογικό Σταθμό της Ρόδου, το Ινστιτούτο εσωτερικών Υδάτων και το Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας, σε συνεργασία με τον Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όπως και τους τοπικούς και εθνικούς φορείς, ασχολείται εδώ και πολλά χρόνια με το θέμα της προστασίας του Γκιζανιού, συνδυάζοντας τη συστηματική παρακολούθηση της κατάστασης των πληθυσμών του και της ποιότητας των υδροβιοτόπων όπου βιώνει με την πραγματοποίηση έργων προστασίας και επίδειξης καθώς και με εκπαιδευτικές και ενημερωτικές δραστηριότητες.

Μπορείτε να βρείτε όλες τις πληροφορίες για το μοναδικό Γκιζάνι στην ιστοσελίδα www .life-gizani .gr.