Η οικολογική οπτική του Τζέημς Γκίμπσον

Λεωνίδας Μανιάτης
Εκτύπωση

Συχνά παρουσιάζουμε την όραση ως μια παθητική διαδικασία, όπου τα μάτια λειτουργούν σαν μια φωτογραφική μηχανή. Τα μάτια λαμβάνουν ένα ερέθισμα, ένα ηλεκτρονικό σήμα, το οποίο στη συνέχεια οδεύει στον εγκέφαλο, όπου γίνεται η επεξεργασία της πληροφορίας και έτσι, τελικά, δημιουργείται στο νου μια εικόνα του αντικειμένου.

Αυτή η ερμηνεία της οπτικής αντίληψης ανάγεται στον Καρτέσιο. Σύμφωνα με τον Καρτέσιο, ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο νους επικοινωνεί με το περιβάλλον είναι μέσω των αισθήσεων, οι οποίες απλώς επεξεργάζονται σήματα που παίρνουν από κάποιον -υποτιθέμενο- έξω κόσμο. Το γεγονός ότι σκεφτόμαστε, συνεχίζει ο Καρτέσιος, είναι στην πραγματικότητα το μόνο πράγμα για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Μάλιστα, φτάνει να ταυτίσει τη σκέψη μας με την ύπαρξή μας. Σκέφτομαι άρα υπάρχω, θα πει. Η ύπαρξη των πραγμάτων έξω από εμάς είναι πολύ αμφίβολη και οπωσδήποτε αυτή η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο δεν είναι αντικειμενική, αλλά εξαρτάται από τις αισθήσεις μας. Αυτός είναι ο διαβόητος καρτεσιανός δυϊσμός πνεύματος – ύλης, όπου πνεύμα είναι ο σκεπτόμενος νους. Σε έναν τέτοιο διαχωρισμό βέβαια, όπου η ίδια μας η ταυτότητα ως όντα ταυτίζεται με την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε λογικά, ο «υλικός κόσμος» υποβαθμίζεται σε ένα πολύ χαμηλότερο επίπεδο, αν δεν αμφιβητείται κιόλας η ύπαρξή του!

Gibson

Βέβαια, στην εποχή μας επικρατεί μάλλον μια νεώτερη εκδοχή του καρτασιανού δυισμού: Πλέον ο νους δεν αντιμετωπίζεται ως «πνεύμα», ούτε ως «ψυχή», αλλά μάλλον ως ηλεκτρονικός εγκέφαλος που λαμβάνει πληροφορίες από τις αισθήσεις. Πάλι όμως η μόνη βεβαιότητα φαίνεται να παραμένει ο σκεπτόμενος εαυτός, σε αντίθεση με έναν εξωτερικό κόσμο για τον οποίο δεν ξέρουμε πολλά πέρα από την εικόνα που σχηματίζεται στο νου μας, με βάση τα δεδομένα των αισθήσεων.

Αντίθετα από αυτή τη διαδεδομένη, ανάμεσα στους φιλοσόφους, αντίληψη, τη δεκαετία του ΄70 ο αμερικανός ψυχολόγος Τζέημς Τζέρομ Γκίμπσον (James Jerom Gibson, 1904 – 1979) παρουσίασε μια «οικολογική», όπως την αποκάλεσε, προσέγγιση για την οπτική αντίληψη των πραγμάτων.

Ο Γκίμπσον παρατηρεί ότι στην πραγματικότητα η όραση δεν είναι μια παθητική αλλά αντίθετα μια ενεργητική διαδικασία, μια αλληλεπίδραση του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Ο άνθρωπος ψάχνει να δει συγκεκριμένα πράγματα όταν κοιτά, συχνά μάλιστα κινείται προς το αντικείμενο για να το δει σωστότερα. Αυτά που ψάχνει να βρει στο περιβάλλον ο παρατηρητής, σύμφωνα με το Γκίμπσον, δεν εξαρτώνται από το γούστο ή την αυθαίρετη βούλησή του. Ο παρατηρητής παρακολουθεί διάφορες μεταβλητές που υπάρχουν στο περιβάλλον και με τις οποίες είναι συντονισμένο το αντιληπτικό σύστημα του ανθρώπου.

Ο Γκίμπσον ξεκίνησε να μελετά την ανθρώπινη όραση κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ήταν υπεύθυνος ψυχολόγος της RAF, της Βρετανικής Πολεμικής Αεροπορίας, για τους πιλότους των πολεμικών αεροσκαφών. Οι μελέτες του εκείνης της εποχής έδειξαν ότι οι πιλότοι, για να προσανατολιστούν, αναζητούν ενστικτωδώς διάφορα στοιχεία του εδάφους, όπως ο ρυθμός μεταβολής του ύψους ή η αύξηση της πυκνότητας εμφάνισης διαφόρων αντικειμένων. Από τα στοιχεία αυτά καταλάβαιναν εάν απομακρύνονταν ή πλησίαζαν σε κάτι και προς ποιά κατεύθυνση κινούνταν.

Ας δούμε ένα παράδειγμα από την καθημερινή εμπειρία. Εάν αντιληφθώ να μεγαλώνει το σχήμα ενός αντικειμένου, καλύπτοντας σταδιακά το οπτικό μου πεδίο, ξέρω ότι κάτι έρχεται καταπάνω μου. Αυτό δεν είναι μια εγκεφαλική διαδικασία που περιλαμβάνει λογικό συλλογισμό, αλλά μια ενστικτώδης αντίδραση. Σε πειράματα έχει βρεθεί ότι όσο γρηγορότερα έρχεται καταπάνω στον παρατηρητή ένα αντικείμενο, τόσο γρηγορότερα αυτός αντιδρά για να το αποφύγει. Εάν το αντικείμενο καλύπτει τη μία μόνο γωνία του οπτικού πεδίου, πάλι θα γίνει η σωστή κίνηση αποφυγής προς την άλλη κατεύθυνση. Εάν ένα μικρό θηλαστικό δει να καλύπτεται το οπτικό του πεδίο, θα προσπαθήσει να ξεφύγει. Πρόκειται για μια ενστικτώδη κίνηση αποφυγής του θηρευτή ή της σύγκρουσης, κίνηση η οποία έχει προκύψει μέσα από εξελικτικές διαδικασίες και είναι αυθόρμητη στα ζώα και τον άνθρωπο.

Ο Γκίμπσον παραθέτει λεπτομερή ανάλυση πολλών μεταβλητών (βαθμίδες υφής, σύμφωνα με την ορολογία του) τις οποίες παρατηρεί ο άνθρωπος όταν, κοιτάζοντας γύρω του, δημιουργεί μια εικόνα του κόσμου. Οι βαθμίδες υφής είναι μια ορολογία που χρησιμοποιεί, για να περιγράψει ποιά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος έχει καταλήξει να παρατηρεί κατά προτεραιότητα ο άνθρωπος, προφανώς γιατί είναι τα πιο σημαντικά και πιο χρήσιμα για την επιβίωση.

Για να δούμε μερικά ακόμη παραδείγματα, όταν βλέπω τις ράγες του τραίνου να στενεύουν προς τον ορίζοντα και τις ξύλινες τραβέρσες να μικραίνουν και να πυκνώνουν, τότε ξέρω πως οι ράγες απομακρύνονται από εμένα. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα λογικού συλλογισμού, ούτε χρειάζεται να έχει κανείς γνώσεις προοπτικής και μαθηματικών για να το καταλάβει. Αυτό το αντιλαμβάνεται αυθόρμητα κάθε άνθρωπος, οσοδήποτε αγράμματος, πιθανότατα και τα ζώα. Στην πραγματικότητα η θεωρία της προοπτικής, την οποία χρησιμοποιούν οι καλλιτέχνες για να απεικονίζουν τις τρεις διαστάσεις σε έναν δισδιάστατο πίνακα, είναι ακριβώς μια εκλογίκευση αυτής της πραγματικότητας, του γεγονότος δηλαδή ότι όταν βλέπουμε κάποια μεγέθη να μεταβάλονται με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ξέρουμε αν εκτείνονται προς τα εμάς ή αντίθετα από εμάς.

Το αντιληπτικό υποκείμενο συλλέγει πληροφορίες για στοιχεία όπως ο ρυθμός μεταβολής του φαινόμενου μεγέθους ενός αντικειμένου, την ίδια ακριβώς στιγμή που αντιλαμβάνεται το μακρινό αντικείμενο. Δεν υπάρχει κανενός είδους υπολογισμός με βάση τις αισθήσεις. Απλώς το αντιληπτικό υποκείμενο συλλέγει πληροφορίες με βάση τις αισθήσεις από το περιβάλλον.

Ο Γκίμπσον μίλησε επομένως για άμεση αντίληψη (direct perception) των πραγμάτων. Δηλαδή οι αισθήσεις και το περιβάλλον δεν είναι διαχωρισμένα, με τις αισθήσεις να περιμένουν να δεχτούν πληροφορία για να την επεξεργαστούν. Αντίθετα, οι αισθήσεις μας είναι μέρος ενός αντιληπτικού συστήματος που περιλαμβάνει και το νου και το σώμα μας, ενώ όλο το αντιληπτικό μας σύστημα είναι συντονισμένο και αλληλεπιδρά με το περιβάλλον σχεδόν αυτόματα. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί το γεγονός ότι η εικόνα που έχουμε για το περιβάλλον εξαρτάται από το είδος μας και δεν είναι μια απόλυτη οπτική, όμως είναι προφανές ότι η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο που μας περιβάλλει είναι αρκετά ακριβής, καθώς προέκυψε εξελικτικά μέσα από μια μακρά διαδικασία δοκιμής και αποτυχίας.

Ο Γκίμπσον προχώρησε και ένα βήμα ακόμη. Όχι μόνο η σύλληψη των οντοτήτων είναι άμεση, αλλά και το νόημα των οντοτήτων είναι άμεσο. Το περιβάλλον δεν μας προσφέρει ουδέτερες πληροφορίες (data), τα οποία στη συνέχεια επεξεργαζόμαστε και αξιολογούμε. Υπάρχει επίσης άμεσος μηχανισμός που αποδίδει νόημα στα παρατηρούμενα, ξέρουμε δηλαδή συχνά αμέσως εάν μας πλησιάζει κίνδυνος ή όχι, εάν κάτι είναι φαγώσιμο ή όχι κλπ.

Κατηγορούν, όπως είναι αναμενόμενο, τον Γκίμπσον και τους οπαδούς του ότι αγνοούν βασικές λειτουργίες της νοητικής ζωής, όπως η μνήμη, η φαντασία και οι υπολογισμοί. Όμως, η άμεση διαδικασία της αντίληψης και η έμμεση ενσυνείδητη γνώση, φαίνεται πως είναι δύο διαφορετικά επίπεδα, στα οποία το μυαλό εργάζεται και αναπτύσσεται ταυτόχρονα από τη βρεφική ηλικία. Μωρά 3 μηνών φαίνεται να λειτουργούν τόσο στο άμεσο όσο και στο έμμεσο γνωστικό επίπεδο. Αυτά τα δύο επίπεδα δεν είναι ούτε ασυμφιλίωτα μεταξύ τους ούτε αναγώγιμα το ένα στο άλλο. Μάλλον είναι μέρος της βασικής αρχιτεκτονικής του εγκεφάλου, καθώς καθορίζουν διαφορετικές διαδικασίες που αναπτύσσονται παράλληλα, συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν.

Ίσως τα συμπεράσματα του Γκίμπσον να ακούγονται αυτονόητα για τον αμύητο στα της νεώτερης ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Αντίθετα, εξωφρενικά και απαράδεκτα ακούγονται για το μυημένο. Η θεωρία της άμεσης αντίληψης έχει υποτιμητικά αποκληθεί από τους ιστορικούς της φιλοσοφίας «απλοϊκός ρεαλισμός». Ίσως πρέπει να το ξανασκεφτούν, άλλωστε φιλόσοφοι όπως ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος και ο Μαρξ είχαν ανάλογη γνώμη. Ίσως τελικά να μην είναι και τόσο απλοϊκός ο «απλοϊκός» ρεαλισμός.

Λεωνίδας Μανιάτης