Οδεύουμε προς ένα ευρωπαϊκό απαρτχάϊντ;

Λεωνίδας Μανιάτης
Εκτύπωση
Σε στρώματα του ελληνικού πληθυσμού εξαπλώνεται η ξενοφοβία, ακόμη και ο ρατσισμός. Το να κατηγορήσουμε για αυτό μόνο κάποιες ακροδεξιές ομάδες ή την στάση των ΜΜΕ, που τάχα επηρεάζουν και τους υπόλοιπους, είναι απλουστευτικό. Αυτοί πάντα υπήρχαν. Και άλλωστε, δεν πρόκειται για αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα.

Γιατί τόσο μίσος;

Πρώτη αιτία που διεγείρει το φόβο, το μίσος και την ανασφάλεια, είναι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και η υψηλή ανεργία.

Σε προηγούμενες εποχές οι μετανάστες κάλυπταν την έλλειψη εργατικών χεριών, όταν οι εθνικές οικονομίες αναπτύσσονταν. Αυτοί, σύντομα ευδοκιμούσαν και αφομοιώνονταν. Σήμερα αντίθετα, οι μετανάστες χρησιμοποιούνται για να κρατηθεί χαμηλά το κόστος της εργασίας, καθώς αυξάνεται ο διεθνής ανταγωνισμός.

Οι επιχειρηματίες, τα μεσαία στρώματα, οι αγρότες, επωφελούνται ίσως έτσι από τα φτηνά εργατικά χέρια. Τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας όμως απελπίζονται, καθώς μια σειρά από βιοποριστικές διεξόδους, αλλά και επιδόματα, περνάνε στα χέρια των «ξένων».

Δεύτερη αιτία είναι η ακραία εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ η οποία, σκόπιμα όπως φαίνεται, εντείνει τη διεθνή αστάθεια και διεγείρει παντού εθνικά, φυλετικά και θρησκευτικά μίση.

Ειδικά για την Ελλάδα, υπάρχει και μια τρίτη αιτία: η έλλειψη οποιασδήποτε συγκροτημένης μεταναστευτικής πολιτικής.

Αξίζει να σκεφτούμε το εξής: άλλες χώρες προσκαλούν οικονομικούς μετανάστες σε αριθμό ανάλογο με τις ανάγκες της οικονομίας τους. Τους παρέχουν νομιμότητα, φροντίζουν για τη στέγαση, την απασχόληση και την ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία.

Όλοι θυμόμαστε, για παράδειγμα, τους έλληνες μετανάστες που πήγαιναν σε χώρες της Ευρώπης και σύντομα αποκτούσαν ασφαλιστική κάλυψη, συνταξιοδοτικά δικαιώματα, πρόσβαση σε επιδόματα ανεργίας, κοινωνικές παροχές κλπ.

Τι από αυτά εφαρμόστηκε για τους ξένους μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα; Απολύτως τίποτα.

Σε άλλες χώρες οι υποψήφιοι μετανάστες περνούν από συνέντευξη. Στην Ελλάδα περνούν από συρματοπλέγματα και ναρκοπέδια. Αλλού οι οικονομικοί μετανάστες αξιοποιήθηκαν για να βελτιωθεί έστω η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Εδώ χρησιμοποιήθηκαν για να δοθεί παράταση στη θνήσκουσα γεωργία μας και να χτιστούν τα διαβόητα «μεγάλα έργα».

Κανείς δεν ξέρει πραγματικά πόσοι άνθρωποι ήρθαν, πού βρίσκονται, τι κάνουν, εάν ωφέλησαν τον τόπο και πόσο. Η περίθαλψή τους επαφίεται στην καλή θέληση των γιατρών, η στέγασή τους στην ελεύθερη αγορά, η ενσωμάτωση στη δική τους προσπάθεια και στις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας.

Αυτή η μέθοδος της μη - δράσης (και μη ανάληψης ευθύνης), συνήθης πρακτική των ελληνικών κυβερνήσεων, μπορεί ίσως να λειτουργήσει για μικρούς αριθμούς ανθρώπων. Όταν όμως μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες ή για εκατομμύρια ανθρώπους, μια τέτοια αδιαφορία ισοδυναμεί με έγκλημα.

Με τα παραπάνω δεδομένα, είναι ίσως υπερβολή να κατηγορήσουμε την ελληνική κοινωνία για ξενοφοβία. Χώρες πολύ πλουσιότερες, με λιγότερη ανεργία, με οργανωμένο κράτος πρόνοιας και με μικρότερη μετανάστευση, αντιμετωπίζουν σοβαρότερα ρατσιστικά κρούσματα.

Παρόλα αυτά, τα πράγματα είναι και εδώ άσχημα και μπορεί να γίνουν πολύ χειρότερα.

Υπάρχουν λύσεις;

Οι συναισθηματικές εκκλήσεις στον ανθρωπισμό και την αλληλεγγύη των λαών είναι προφανές ότι δεν αρκούν. Ούτε το όραμα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας φαίνεται ικανό να συνεγείρει, ως μελλοντικός στόχος. Και αυτό γιατί όσες πολυπολιτισμικές κοινωνίες υπάρχουν σήμερα, δεν αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση.

Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Όμως, τόσο κοινωνικά φόρουμ και πράσινα κόμματα, όσο και διεθνείς οργανισμοί και οργανώσεις, έχουν κατά καιρούς προτείνει ιδέες προς τη σωστή κατεύθυνση.

Η μετανάστευση χρησιμοποιείται σήμερα ως όπλο στον οικονομικό ανταγωνισμό της Δύσης με τις «αναπτυσσόμενες» χώρες, που διαθέτουν πολύ φτηνό εργατικό δυναμικό. Βλέπουμε το περίεργο φαινόμενο, ενώ στην Ευρώπη δεν υπάρχει οικονομική μεγέθυνση και η ανεργία είναι υψηλή, να γίνεται ανεκτό εδώ και χρόνια ένα υπόγειο ρεύμα οικονομικής μετανάστευσης, δήθεν από ανθρωπισμό.

Την ίδια στιγμή, περιέργως, η αυστηρότητα των ελέγχων εξαντλείται σε αυτούς που πραγματικά θα έπρεπε να βοηθούνται, δηλαδή στους πολιτικούς πρόσφυγες (πέρυσι η Ελλάδα χορήγησε σε τρεις (3) ανθρώπους συνολικά πολιτικό άσυλο!)

Στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική, οι άνθρωποι δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί. Υπάρχουν ακόμα μέρη όπου κοιμούνται δεμένοι με αλυσίδες στο πάτωμα του εργοστασίου. Κάποτε ήταν και στην Ευρώπη οι συνθήκες έτσι, και ξέρουμε ότι χρειάστηκαν εκατονταετίες αγώνων για να βελτιωθεί πραγματικά η κατάσταση. Δεν μπορούμε επομένως να επιτρέψουμε να συνεχιστεί η μείωση του κόστους εργασίας για το χατίρι της «ανταγωνιστικότητας», γιατί αυτή η κατεύθυνση δεν έχει πάτο.

Στο εσωτερικό της κάθε χώρας το συνδικαλιστικό κίνημα οφείλει να εξασφαλίσει ότι, όσοι οικονομικοί μετανάστες ήρθαν ή πρόκειται να έρθουν, θα ενταχθούν στην οικονομία και στην κοινωνία με όρους αντίστοιχους αυτών που ισχύουν για τους υπολοίπους. Έτσι ώστε η μετανάστευση να αποτελέσει αντίβαρο για τη γήρανση του πληθυσμού, όχι μέσο για το σπάσιμο του συνδικαλισμού.

Κανένας άνθρωπος δεν θέλει να ξεριζωθεί από τον τόπο του, εάν εκεί υπάρχει ελευθερία, ειρήνη και η ελπίδα για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ιδέες που φαίνονται κάπως ουτοπικές στην υπερκαταναλωτική κοινωνία μας, όπως η αυτοδιαχείριση, η επιχειρηματικότητα μικρής κλίμακας, η βιολογική γεωργία, αποτελούν τις μόνες βιώσιμες και ρεαλιστικές λύσεις για ένα μεγάλο μέρος του τρίτου κόσμου, σε συνδυασμό με προγράμματα μόρφωσης των γυναικών και περιορισμού των γεννήσεων.

Αντίθετα, η διεθνοποίηση των αγορών, η βιομηχανοποίηση της γεωργίας, η αχόρταγη για ενέργεια και πρώτες ύλες τεχνολογία, αποτελούν βασικές αιτίες για την απερήμωση, τη μετανάστευση, τους πολέμους και τις δικτατορίες που μαστίζουν τις φτωχές χώρες.

Και αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι το κύριο μεταναστευτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο κόσμος δεν είναι από τις φτωχές χώρες προς τις πλούσιες. Είναι το πολύ πιο σοβαρό ζήτημα της μετανάστευσης, στο εσωτερικό των φτωχών χωρών, τεράστιων πληθυσμών από την ύπαιθρο σε τερατώδεις τενεκεδουπόλεις, εξέλιξη με πολλαπλές παρενέργειες.

Η κάθε χώρα οφείλει επομένως να προωθεί διεθνώς πολιτικές που προστατεύουν τις παραδοσιακές κοινωνίες και κρατάνε τους ανθρώπους στα χωριά τους, που εξασφαλίζουν την αειφορία της γης, ευνοούν τις ήπιες και απλές τεχνολογίες και το τοπικό εμπόριο.

Αυτό συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι κάθε χώρα οφείλει να εκπληρώνει στο ακέραιο τις οικονομικές και νομικές υποχρεώσεις της προς τους διεθνείς οργανισμούς και να αναπτύσσει ανάλογα προγράμματα μέσα από μη κυβερνητικές οργανώσεις.

Ο έλεγχος της παγκόσμιας αγοράς αποτελεί όμως την πρώτη προτεραιότητα.

Κανείς πλέον δεν υποστηρίζει την επιστροφή στον κρατισμό περασμένων δεκαετιών. Ούτε όμως είναι ανεκτό να επιτρέπεται η ανεξέλεγκτη επέκταση της «ελεύθερης αγοράς», χωρίς στοιχειώδεις περιβαλλοντικούς και ηθικούς κανόνες.

Πολλά μέσα έχουν ήδη προταθεί για τον περιορισμό των δεινών της παγκοσμιοποίησης. Τέτοια μέσα είναι οι πράσινοι φόροι, η φορολόγηση του εμπορίου μεγάλων αποστάσεων, της διακίνησης κεφαλαίων και του εμπορίου όπλων. Ο δημοκρατικός μετασχηματισμός των διεθνών οργανισμών και η κοινή ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική. Η κατάργηση αγροτικών επιδοτήσεων που βλάπτουν τους γεωργούς του φτωχού νότου, η απαγόρευση εισαγωγής προϊόντων που δεν τηρούν περιβαλλοντικούς και ανθρωπιστικούς κανόνες στην παραγωγή τους κλπ.

Ενώ όμως πολλοί αντιλαμβάνονται ότι κάτι πρέπει να γίνει, λίγοι ακόμη τολμούν να ταχθούν ανοιχτά εναντίον του νεοφιλελεύθερου ρεύματος. Και κυρίως λείπει ο πολιτικός φορέας που θα εκφράσει πειστικά τις νέες αυτές τάσεις.

Εν τω μεταξύ, οι κυρίαρχες παρατάξεις θέλουν και την πίττα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Και φτηνά εργατικά χέρια για να ανταγωνιστούν την Ασία, αλλά και να αποφύγουν στο εσωτερικό την εξάπλωση αναταραχών.

Και αυτό δε διστάζουν να το επιδιώξουν με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Ήδη, ζούμε την απόπειρα εγκαθίδρυσης συγκαλυμμένου απαρτχάιντ μέσα στις βιομηχανικές χώρες, υπό την καθοδήγηση των έμπειρων, καθότι «πολυπολιτισμικών», ΗΠΑ και Βρετανίας. Οι ελευθερίες περιορίζονται, οι διακρίσεις λόγω χρώματος και καταγωγής σταδιακά θεσμοθετούνται, τα γκέτο μπαίνουν στο στόχαστρο «ειδικών» υπηρεσιών, ενώ πρόσφατα ακούσαμε τον κ. Μπλέρ να μιλάει για στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων.